ΝΑΥΤΙΚΗ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ το 1 9 1 3


Μιά Κυριακή του Οκτώβρη 1913, κατεβήκαμε πολύ πρωϊ στο νεώσοικό μας, στο Ναυτικό ΄Ομιλο Νέου Φαλήρου, ο ιδρυτής μας Μ. Μίνδλερ, ο υπαρχηγός της Ομάδος μακαρίτης Γ.Χριστοφής κι ο γράφων Η. Ησαϊας, γιά το πρώτο εκπαιδευτικό ταξίδι έως την Σχολή Ναυτικών Δοκίμων στον Πειραιά.
Ξεκινήσαμε με μιά βαριά βάρκα, δώρο του Κ.Μελά στην Ομάδα μας, με πανί λατίνι, μέσα στην οποία βάλαμε εκτός από τις αποσκευές μας, αρκετή σαβούρα και κάμποσα σίδερα, γιά πιό μεγάλη ασφάλεια. Δεν φύσαγε καθόλου εκείνο το πρωϊ, ο ήλιος ήταν καυτερός και μερικά πολεμικά του Στόλου μας είχαν σταθμεύσει στον όρμο του Φαλήρου. Η βάρκα μας με τα κουπιά πήγαινε σαν χελώνα και μόλις στις 3 το απόγευμα φθάσαμε στον ορμίσκο της Σχολής. Πρώτη μας δουλειά αφού δέσαμε την βάρκα ήταν να πέσουμε στην θάλασσα. ΄Επειτα απ’ το μπάνιο ο Αρχηγός με τον Υπαρχηγό πήγανε στην Σχολή, σ’ επίσκεψη του Διοικητή Μπεράτη, κι εγώ σαν μικρότερος έμεινα φύλακας της βάρκας.
΄Οταν γυρίσανε είχε αρχίσει να βραδυάζει, ο καιρός ήταν γεμάτος κι έδειχνε πως θα ξεσπάσει μεγάλη σοροκάδα. Ο Διοικητής που τους συνώδεψε ώς την βάρκα, άκουσα να τους λέει πως δεν έπρεπε να γυρίσουμε στο Φάληρο απ’ τη θάλασσα με την βάρκα με τέτοιο άσχημο καιρό. Ο Αρχηγός μας όμως, με την γαλήνια έκφρασή του και το μικρό χαμόγελο, απάντησε “-Θα γυρίσουμε πάλι με την βάρκα μας”. Φύγαμε κατά τις εξήμισυ το βράδυ μ’αέρα δυνατό που συνεχώς δυνάμωνε κι άλλο. Ο ουρανός ήταν γεμάτος μαύρα σύννεφα. Σε λίγο άρχισε βροχή, πρώτα σιγανή κι έπειτα δυνατώτερη. Ο σιρόκος σφύριζε δυνατά και σήκωνε τα κύματα με ορμή κοντά το ένα στ’ άλλο, κάνοντας την βάρκα μας να κατρακυλά σαν παιχνίδι πάνω στον αφρό. Με τον καιρό στα μούτρα και μ’ ανοιγμένο το μισό πανί κάναμε υπεράνθρωπες προσπάθειες με μακρυνές βόλτες που μας έριχναν σχεδόν στις ξέρες της Αίγινας. Παλεύαμε σκληρά επί πολλές ώρες με τα πελώρια κύματα και τον σιφουνιασμένο αντίθετο αέρα, μα ήταν αδύνατο να πιάσουμε τον κάβο του ΄Αγιου Βασίλη. Το σκοτάδι ήταν πηχτό, ο ένας δεν έβλεπε τον άλλο. Ο Αρχηγός Μίνδλερ στο τιμόνι, ψύχραιμος κι αμίλητος με την μεγάλη πείρα που είχε στα πανιά, κυβερνούσε το βαρκάκι μας με μαεστρία παλιού θαλασσόλυκου. Ο Υπαρχηγός Χριστοφής στο κουπί βοηθούσε το πανί στα κόντρα κι εγώ μ’ ένα τενεκάκι στο χέρι δεν πρόφθαινα ν’ αδειάζω τα νερά. Η θύελλα συνέχιζε με μεγάλη ένταση, τα ξάρτια σφύριζαν δαιμονισμένα, τα μαδέρια της βάρκας έτριζαν, η μανιασμένη θάλασσα χτύπαγε αλύπητα πάνω στα κεφάλια μας, οι καταρράκτες της βροχής μας είχαν μουσκέψει ώς το κόκκαλο και τα νερά είχαν φθάσει στους πάγκους που καθόμαστε. Οι ώρες περνούσαν και κάθε στιγμή ήταν ολόκληρος αιώνας. Δουλεύαμε σκληρά κι απεγνωσμένα μεσ’ το σκοτάδι γιά να σωθούμε.
Σαν να μην έφθαναν αυτά τα βάσανά μας, ξεπήδησε μπροστά μας κι ένας άλλος, πιό άμεσος κίνδυνος. Ο δαιμονισμένος αυτός καιρός ήταν ευνοϊκός μόνο γιά όσα ιστιοφόρα έπλεαν προς τον Πειραιά. ΄Ολα τα καϊκια που είχαν γιά μέρες μείνει έξω απ’ τα νησιά από έλλειψη κατάλληλου καιρού, έτρεχαν κείνη τη νυχτιά μ’ ολογέμιστα πανιά με γρηγοράδα σίφουνα να φθάσουν στο λιμάνι. Φανάρι στη βάρκα μας δεν είχαμε, μα ούτε και μπορούσαμε να δούμε μακρύτερα απ’ τη μύτη μας. Μοναχά οι αστραπές π’ αδιάκοπα ακολουθούσαν η μιά την άλλη, μας έφεγγαν λιγάκι. Κι ενώ χαροπαλεύαμε στη μέση του πελάγους στην κατασκότεινη βραδυά, ακούμε άξαφα σ’ ελάχιστη απόσταση μιά βροντερή κι άγρια φωνάρα “ Βρε κάντε όλο δεξιά θα σας κόψουμε στα δυό . . . παλιο . . . . “ ΄Ενα τεράστιο κύμα μας σήκωσε πολύ ψηλά και μας πέταξε λίγα μέτρα πάρα πέρα. ΄Ενα θεώρατο τριίστιο καϊκι με φουσκωμένα όλα τα πανιά πέρασε δίπλα μας ξυστά, σαν λάμψη αστραπής. Σωθήκαμε εκ θαύματος. Αλλά δεν πρόφθασε να φύγει αυτό κι άλλο, ύστερα κι άλλο, γραμμή επάνω μας περνούσαν τα καϊκια, λες κι είχανε βάλει στοίχημα ποιό πρώτο θα μας βούλιαζε. Οι ναύτες μας σκυλόβριζαν γιατί βρισκόμαστε μπροστά τους δίχως φανάρι και με τέτοιο βρωμόκαιρο.
Σε μιά στιγμή ο Αρχηγός έκαμε το σταυρό του κοιτάζοντας από μακρυά τον ΄Αγιο Βασίλη κι είπε ευλαβικά “ ‘ Αμα βγούμε με το καλό ένα κερί ν’ ανάψουμε στη χάρι του”. Ακόμα η τρικυμία βάσταγε μ’ ακράτητο θυμό. Τα κύματα σαν τα βουνά ψηλά μας σκέπαζαν τελείως, η αστείρευτη βροχή μας χτύπαγε με δύναμη, ο βοητός αέρας έσπαγε σαν συνεχής σειρήνα τα αυτιά μας. Δεν μπόρεσα πιά να κρατηθώ. Κατάκοπος σωριάστηκα λιπόθυμος δίπλα στο άλμπουρο. Δεν είδα την συνέχεια. Ξύπνησα την άλλη μέρα σ’ έα ξένο κρεββάτι σ’ ένα σπιτάκι του Φαλήρου κι είδα το γέρο θαλασσινό φύλακα του Νεωσοίκου μας, τον Μπάρμπα - Αποστόλη, που μούδινε βοήθεια. Αργότερα έμαθα πως ένα τορπιλλοβόλο του Στόλου μας ειδοποιήθηκε την νύχτα κι έψαχνε με τους προβολείς να μας βρεί μα δεν μπόρεσε.
Ο Αρχηγός μας με μύρια βάσανα οδήγησε την βάρκα μας στην βάση της.
Εμένα και τον Χριστοφή μας πήραν σαν τσουβάλια αναίσθητους μεσ’ απ’ τα νερά της βάρκας.
Το πρώτο μου αυτό ταξίδι ήταν ένα μεγάλο μάθημα γιά μένα και με έκανε νά’χω σεβασμό κι ακλόνητη πεποίθηση στη ναυτική ικανότητα και στο γερό μυαλό του Αρχηγού μας.
( Σημειώστε ότι ο Αρχηγός ήταν Ησαϊας Γ. Ησαϊας, διήγηση 1947
Το περιοδικό Ναυτική Ελλάς σελ 11 Φεβρουάριου 1947 δάνεισε ο Μ.Δραγούμης.

Προηγούμενη

Περιεχόμενα
Επόμενη
1989- Ναυτική Δραστηριότητα Ναυτικές δράσεις


(C) Copyright 1913-2002 3η Ο.Α.Ν. Επιτρέπεται η ελεύθερη ανάγνωση από browsers του WWW και παρόμοια προγράμματα. Με την επιφύλαξη κάθε άλλου δικαιώματος.