Ορειβατική στα Βαρδούσια 27/12/75 - 29/12/75


Στις 3.45΄ π.μ. φύγαμε από την Λέσχη της 3ης με ένα 12 θέσιο πούλμαν.
Τριτομαδίτες: Α.Ο. Κωτσάκης, Υ.Ο. Παρετζόγλου Κ., Αλευράς Σ., Β.Ο. Γιαννουλόπουλος Χ., εν/χης Καρμίρης Κ., Μελέγκοβιτς Αλ., υπ/χης Σκάσσης Ε. Επίσης ο Σπύρος Μεταξάς της Τεσσαρακοστής.
Το πούλμαν οδηγούσε ο κ. Λεωνιδάκος, ο οποίος, όπως μας εξήγησε, <<έχει φάει τα βουνά με το φτυάρι>>, δεν έχει αφήσει κανένα, ξέρει όλα τα σχετικά, <<δεν στέλνω οδηγούς, πηγαίνω ο ίδιος, για να γυρίσει το πούλμαν>>, κ.ά.
Αφού μας είπε δε όλα αυτά, είχαμε τον δρόμο. Μετά την Παύλιανη (1040 μ. υψόμετρο) από λάθος έστριψε προς Μαυρολιθάρι (1140 μ. υψόμετρο), και αφού προχώρησε λίγα km, σταμάτησε μπροστά σε έναν χείμαρρο που έκοβε τον δρόμο. Λέγοντας δε για εκατοστή φορά <<εγώ έκανα ότι ήταν ανθρωπίνως δυνατό>>, μας άφησε κουνώντας με αμφιβολία για το αν θα μας ξανάβλεπε, το κεφάλι. 8.50΄ π.μ.
Απέχουμε γύρω στα 13 ΜΕ 15 km από το κοντινότερο προς το καταφύγιο χωριό, τον Αθ. Διάκο ή ΄Ανω Μουσουνίτσα, (1080 μ. υψόμετρο).
Περπατάμε, όχι και πολύ βέβαιοι για τον δρόμο, ο οποίος ανεβαίνει σε χιονισμένους λόφους όπου τον διασχίζουν ίχνη αλεπούς, σκύλου, λαγού, νυφίτσας και άλλα, ακαθόριστα. 9.45΄ διχάλα. Δεξιά προς Δάφνη. Στρίβουμε αριστερά.
10.25΄ διχάλα, χωρίς πινακίδα. Στρίβουμε αριστερά (νότια). 12.00΄ μ.. ΄Αφιξη στον Αθ. Διάκο. (Απέχει 18 km από Μαυρολιθάρι, 14 από Δάφνη, 12, από Καστριώτισσα, 6 από Κ. Μουσουνίτσα).
Συναντήσαμε τον παπά και τον αγροφύλακα του χωριού. ΄Εστειλαν έναν νέο να μας δείξει ένα μονοπάτι, ως εξής:
-΄Ε... έσύ!
-Μάλιστα.
-Οδήγησε τους κυρίους από το μονοπάτι στην δεξαμενή.
-Μάλιστα.
Το, κατά τας της Μουσουνίτσας αρχάς, μονοπάτι, ήταν μια προεξοχή στην πλευρά μιας χαράδρας με θάμνους, πέτρες, λάσπες, αγκάθια και σε ωρισμένα σημεία, ρυάκια παγωμένα πάνω στα οποία ήταν εντελώς αδύνατον να περπατήσει κανείς.
Αφού μας οδήγησε μέχρι ένα σημείο ο Μουσουνιτσιώτης αυτός, αρχίσαμε να ψάχνουμε για τον δρόμο μόνοι μας. ΄Ολοι οι ταλαιπωρηθέντες περί τα βουνά ξέρουν την κακιά συνήθεια που έχουν τα μονοπάτια να χωρίζονται στα δύο και να σβύνουν μετά. Χρησιμώτατο μας φάνηκε ένα πονηρό δίφραγκο, όπου χρησιμοποιήθηκε κατά την επιστημονική μέθοδο <<κορώνα δεξιά, γράμμματα αριστερά>>. Τέλος, μετά αρκετές συζητήσεις και υπεραρκετό σκαρφάλωμα, φτάσαμε στον δρόμο. 12.50΄. Αρχίσαμε την καθαυτό πορεία πάνω στον δρομο. Ατέλειωτες κορδέλλες, όχι πολύ κρύο, πολύ ωραίο τοπίο.
Σε λίγο άρχισε να εμφανίζεται χιόνι στα σημεία του δρόμου που δεν τα έβλεπε ο ήλιος. Ακολούθησε λεπτό στρώμα χιονιού, παγωμένα αυλάκια αριστερά μας και περισσότερο κρύο. Το χιόνι έγινε παχύτερο, και ο δρόμος συνεχώς ανεβαίνει. Μεγαλοπρεπή βουνά, χωρίς όμως έλατα. λόγω εδάφους και υψομέτρου. (Εγκαταλείψαμε τα έλατα νωρίτερα, γύρω στις δυό ώρες αφού πιάσαμε τον δρόμο). Οι περισσότεροι όμως δεν θαυμάζουν το τοπίο, έχοντας πρακτικώτερα θέματα να σκεφτούν. Αρχίζουν οι ερωτήσεις:
-Πλησιάζουμε στο καταφύγιο, έ; (πες ναι!!).
-Δεν καθόμαστε λίγο;
-Δεν κόβουμε δρόμο;
Η πορεία όμως συνεχίζεται σταθερά.
Στρίβοντας αριστερά μια στροφή του δρόμου μας υποδέχεται δυνατός αέρας, παγωμένος. Σηκώνει χιόνι και χιονίζει, πάντως βλέπιυμε ψηλά το καταφύγιο, σε πολύ μεγάλη απόσταση.
Δεν βλέπουμε τις ταμπελίτσες, και διαλέγουμε μια διαδρομή σε σχετικώς ευθεία γραμμή προς το καταφύγιο, αφήυνοντας τον δρομο. Δεν ακολουθούμε μονοπάτι, το χιόνι είναι αρκετά παχύ (περίπου 10 cm), επάνω στην κορυφογραμμή μιας σειράς λοφίσκων που ακολουθούμε. ΄Οπως όμως είναι γνωστό, στην κορυφή πάντα φυσά πολύ και δεν μαζεύεται πολύ χιόνι.
΄Ετσι και πας λίγο στο πλάϊ περνάει το γόνατο. Και φυσάει. Αρκετά γιά να εμποδίζει να προχωρήσουν οι νεώτεροι (και ελαφρότεροι) της ομάδας. Οι υπόλοιποι τους κόβουν με το σώμα τους όσο αέρα μπορούν. Πρόσωπα, φρύδια, μουστάκια, έχουν κρυσταλιάσει. Μερικά πρόσωπα είναι ανοιχτά γαλάζια. Οι εκκλήσεις για <<δέκα λεπτά στάση>> πυκνώνουν. Συνεχίζουμε.
Μετά από ώρα φτάνουμε στα πόδια μιας απότομης πλαγιάς. Είκοσι μέτρα από την κορυφή της είναι το καταφύγιο.
Μέχρι την κορυφή όμως γύρω στα πενήντα μέτρα απότομη πλαγιά, χωρίς στήριγμα, στρωμένη με φρέσκο γλιστερό χιόνι. Αναμφίβολα το δυσκολώτερο σημείο. Κάποιος παθαίνει κράμπα στο πόδι. Τον βοηθούν δύο και ανεβαίνουν σιγά-σιγά. Ο Υ.Ο. παθαίνει γερή κράμπα και στα δύο πόδια, η οποία παρά τις προσπάθειες δεν υποχωρεί. Καταφέρνουν δύο να ανεβούν την πλαγιά. Φτάνουν στο καταφύγιο και ανοίγουν τις διπλές σιδερένιες πόρτες. Σε λίγο ανέβηκαν και άλλοι.
Ανεβαίνει ένας που βοηθούσε τον Υ.Ο., για βοήθεια. Ο καιρός έχει χειροτερέψει, αδύνατον να βρεις το μέρος που αναβήκαμε μέσα στην χιονοθύελλα. τελικά χάρις στην ψυχραιμία του και με την βοήθεια του Σπύρου της 40ης ανέβηκε ο Υ.Ο. Αναγκάστηκε όμως να αφήσει κάτω το σακκίδιό του με όλο του το υλικό, εκτός της σουλουμπάμιας του.
Βασική αιτία της πολύ άσχημης κράμπας του, η βιασύνη του να ανοίξει το καταφύγιο και να το ζεστάνει με τη σόμπα για τους υπόλοιπους. Ο Α.Ο. μόλις ανέβηκε ασχολήθηκε με την σόμπα. Ευτυχώς το πείσμα του στάθηκε μεγαλύτερο από το δικό της και τελικά άναψε. Αν μπορούσε ας έκανε κι’ αλλοιώς. Γύρω απλωμένη η δυστυχία. Παγωμένα χέρια, πρόσωπα, πόδια, σε ποικίλες και αφάνταστες αποχρώσεις του μπλε. Στάθηκε δυσκολώτατο να περισωθούν οι τελευταίες σταγόνες κονιάκ από τα στόματα αυτών (Ε.Σ) που στο πούλμαν είχαν τόσο αποφασιστικά δηλώσει ότι δεν θα πιούν σταγόνα, δεδομένου ότι το οινόπνευμα είναι βλαβερό ...
Η ώρα μεταξύ 5.30΄ και 6.15΄. Η αοριστία οφείλεται σε απεργία των αναγκαίων δακτύλων για σημειώσεις. Με το βγάλσιμο των αρβυλών φαίνονται νάρθηκες από πάγο γύρω από τις κάλτσες, παγωμένος ιδρώτας ίσως. Το καταφύγιο μάλλον στενάχωρο. Εκεί που προσπαθούσαμε να ζεστάνουμε χιόνι για ρόφημα... χτυπά η πόρτα!!! Μπαίνουν τέσσερις της Σαράντα, από το σχετικά κοντινό καταφύγιο του Πεζοπορικού. Στο δικό τους καταφύγιο είχαν πάει, απρόσκλητοι και ανοργάνωτοι 3-4 ψυχικιώτες βαθμοφόροι - οι 2 με σακκίδια της οικογένειας Αλευρά!
Μετά μια ελαφρά διαφορά απόψεων περί του σε ποιό καταφύγιο θα κοιμηθούν αυτοί, οι της 40 απεχώρησαν και μείναμε μόνοι, οι σωβινιστές και ξεροκέφαλοι Τριτομαδίτες. Φάγαμε έναν μέλανα ζωμό, φτιαγμένο από ό,τι υπήρχε, ο οποίος μας ζέστανε λίγο, μερικές πατούσες μπλε υπέστησαν ειδική επεξεργασία (βλέπε οινόπνευμα, μαλάξεις και αμέσως στεγνές κάλτσες) και συνήλθαν κάπως. Κοιμηθήκαμε. Κατά τις 2 μας ξύπνησε πυκνός καπνός. ΄Εβγαινε από τη σόμπα στο κάτω πάτωμα (όπου υπάρχει: 1 τραπέζι, πάγκοι, 2 κρεββάτια, ένας διάδρομος με αποθηκούλα και 1 κουζινάκι) και ανέβαινε στο επάνω υπνοδωμάτιο (ένα είδος τεράστιου σοφά, με θέσεις να κοιμηθούν 8 περίπου και 2 κρεββάτια σε κουκέτες). Ποιός όμως έβγαινε από την ζέστή του σουλουμπάμια να δει τι έπαθε η σόμπα; Τέλος πάντων, όταν ο καπνός πύκνωσε, ο ήρωας βρέθηκε. Κατέβηκε, την έσβησε και ξανακοιμήθηκαν οι πάντες (όχι όμως με ανοιχτό παράθυρο, όπως στη Ζήρεια το 73). Το πρωϊ, πολύ πυκνή ομίχλη. Ο Γκόφας Κ. και Αλευράς Σ. έκαναν μια προσπάθεια, (φορώντας 2 ζευγάρια γάντια και έχοντας ό,τι σκούφους γυαλιά χιονιού, αντιανεμικά, σχοινιά, πιολέ και και μπαστούνια υπήρχαν), να βρουν το σακκίδιο του Υ.Ο. Αν και αυτό είχε χαθεί πολύ κοντά στο καταφύγιο, κάθε προσανατολισμός ήταν αδύνατος και αφού κινδυνέψαμε να χαθούμε, παραιτηθήκαμε. Ούτε από τα ίχνη σου μπορούσες να οδηγηθείς, γιατί τα σκέπαζε αμέσως το πυκνό χιόνι που έπεφτε συνεχώς. Κατά το μεσημέρι, είδαμε την 40η να κατεβαίνει στο χωριό. Επειδή η πυκνή ομίχλη δεν έδειχνε σημάδια υποχωρήσεως, τα μαζέψαμε ταχύτατα και ακολουθήσαμε την 40η, που είχε οδηγό - και αυτός ακόμα, όπως μας είπαν - είχε ξαναβγεί στο ίδιο σημείο. Αφήσαμε στις 12.55΄ το καταφύγιο, κατεβήκαμε δε από μυστήρια μονοπάτια ταχύτατα. Στις 3.20΄ μ.μ. είμαστε στον Αθ. Διάκο. Η 40η έφυγε αμέσως με το πούλμαν της. Το δικό μας μας περίμενε την επομένη (Δευτέρα) στην Παύλιανη.
Περάσαμε το απόγευμα και το βραδάκι στο καφενείο, πίνοντας και τρώγωντας και συζητώντας. Μας φιλοξένησαν (έναντι αμοιβής) σε ένα σπίτι. Στις 3.30 π.μ. μας ξύπνησαν, ανεβήκαμε σε ένα παμπάλαιο, αλλά καλό πουλμανάκι με διαφορικό διπλό, με άλλους επιβάτες. 4.30΄ φτάσαμε στη Στρώμνη (υψόμετρο 980 μ.), ξεκουραστήκαμε στο καφενείο, στις 5 φύγαμε για Παύλιανη, όπου φτάσαμε στις 5.45΄ και περιμέναμε στο σπίτι ενός ζευγαριού (η κυρία έφτιαχνε μπακλαβά για τα εγγόνια της) μέχρι τις 7.30΄, οπότε φάγαμε πρωϊνό σε ένα καφενείο, ήρθε το πούλμαν και φύγαμε. Ο Λεωνιδάκος είχε ένα περίεργο τρόπο να... κατουράει!! Ρωτούσε τους πάντες: Να κάνω καμμιά στάση; ΄Οχι! απαντούσαν όλοι. Ρωτούσε, ξαναρωτούσε, τέλος πάντων, απηύδησε, σταματάει και άρχισε να ποτίζει ένα δέντρο. Δεν θα ήταν υπερβολή αν πω ότι αμέσως το μισό πούλμαν τον συνόδευσε.
Η διαδρομή δεν είχε άλλα επεισόδια. Στις 12.30 φτάσαμε στη Λέσχη.

Προηγούμενη

Περιεχόμενα
Επόμενη
Θερινή Κατασκήνωση Ερμιόνης ‘75 Τρίτη εικοσιπενταετία, 1964 –1988 1976


(C) Copyright 1913-2002 3η Ο.Α.Ν. Επιτρέπεται η ελεύθερη ανάγνωση από browsers του WWW και παρόμοια προγράμματα. Με την επιφύλαξη κάθε άλλου δικαιώματος.