Οκτώβριος 1937 ΙΤΕΑ - ΔΕΛΦΟΙ


Κυριακή απόγευμα. Μέσα εις το πολυτελές υπερωκεάνειον της γραμμής Κορινθιακού “Αμβρακία” 5 πεζοποροφιλόμουσοι και 2 πεζοποροφιλομουσάκια βλέπομε με μελαγχολία τα άσπρα μας καπέλλα, τα προσωπά μας και ότι άλλο εκτεθειμένον να αλλάζει σιγά-σιγά χρώμα εις την καπνιά ενός γειτονικού πετρελαιοκινήτου και εις τον αέρα που την φέρνει επάνω μας. ‘Ωρα αναχωρήσεως του πλοίου
6 μ.μ. Αλλά αναχώρησις 7.10. Δεν βαρυέσαι. Οι επιβάται του πλοίου - καμμιά ντουζίνα το όλον - είμεθα εν στενώ οικογενειακώ κύκλω και ούτω κανείς δεν παραπονείται. ‘Εξω από το λιμάνι φυσά δυνατά και κουνάει αρκετά. Φόβος και τρόμος έχει καταλάβει μερικούς δυστυχείς στεριανούς, τόσο, που ένας μας παρακαλεί να μη μετακινούμεθα δια να μη γύρη το πλοίον. Ολίγον αργότερα είτε από τον αέρα, είτε από το κούνημα όλοι κατεβαίνουν... εις τας καμπίνας των και μένομεν μόνοι εις το κατάστρωμα. Εις τας 8.30 εφάγαμεν εκτός από δύο οι οποίοι δεν είχον όρεξη. ‘Επειτα επέσαμεν στον ύπνον. ‘Ενα δύο εδήλωσαν ότι δεν θα κοιμηθούν αλλά θα ρεμβάσουν. Και το κατόρθωσαν. Μόνον που τους εκούρασε φαίνεται τα μάτια το φως του φεγγαριού, ώστε όταν εξύπνησα και τους επλησίασα, τους ευρήκα να τα έχουν κλειστά. Και τόσον απησχολημένοι ήσαν με τις σκέψεις των, ώστε ακόμα και όταν εστάθηκα από πάνω των δεν με εκατάλαβαν.
Τρεισίμιση το πρωΐ άφιξις εις Ιτέαν. Ξεκινάμε αμέσως. Βαδίζομεν μέσα εις τον ελαιώνα που αρχίζει από την Ιτέα και συνεχίζεται έως την ‘Αμφισα. Στρίψαμεν δεξιά. Αρχίζει ο ανήφορος και εις τας 5 και τέταρτο φθάσαμε εις το Χρυσόν. Κατά την πορεία πέρασαν μπροστά μας 5 φορτωμένες καμήλες. Δεν πιστεύαμε τα μάτια μας ώσπου μας εξήγησαν ότι ήταν απόγονοι των καμήλων που βοήθησαν στο σκάψιμο της Διώρυγας της Κορίνθου. ‘Οταν ξεκινήσαμεν από εκεί είχε φέξει για καλά. Ευτυχώς μας έδειξαν ένα μονοπάτι, και ούτω εντός μιας ώρας ευρέθημεν εις τους Δελφούς. Επήγαμε κατά την Κασταλίαν. Εφάγαμεν για πρωϊ και έπειτα ολίγον πιο κάτω το ρίχνομε στον ύπνο. Θηρία αντοχής τέλος πάντων αυτοί που και εις το πλοίον εδήλωσαν ότι θεωρούν τον ύπνον κατώτερον εαυτών. Και τώρα δηλώνουν πως δεν νυστάζουν. Ας είναι! Φαίνεται πως αυτήν την φοράν ο ήλιος τους ηνάγκασε να κλείσουν τα μάτια. Να κοιμηθούν; ‘Οχι δα! Απλώς έπεσαν σαν ξεροί εις τον ύπνον. Μια στριγγή φωνή που σου τρυπούσε τ’ αυτιά μας τίναξε έξαφνα επάνω. Προς στιγμήν ενόμισα ότι θα εσήμαινε η δευτέρα παρουσία και εστεναχωρήθηκα διότι με εύρισκε κοιμώμενον όπως τας μωράς παρθένους και διότι δεν είχα πρόχειρη κοντά μου την βούρτσα των δοντιών για να την πάρω μαζί μου εις την κόλασιν ή τον παράδεισον (θα προτιμούσα να περάσω και από τα δύο για λόγους εσωτερικού τουρισμού). Καταλάβαμε όμως ότι επρόκειτο περί μιας φλογέρας - όπλου φοβερού κατά της ησυχίας των ειρηνικών ανθρώπων εις χέρια ενός γέρου ο οποίος μόλις έβλεπε ξένον άρχιζε τον ίδιο μονότονο σκοπό, έως ότου το θύμα δια να γλυτώσει επλήρωνε λύτρα υπό μορφήν ταλλήρου.
Το απόγευμα βροχή. Ευτυχώς τα αντίσκηνα που είχαμε στήσει μας επροφύλαξαν. ‘Επειτα επίσκεψις αρχαιοτήτων. Δυστυχώς εγώ έμεινα εις τα αντίσκηνα και δεν ημπόρεσα να απολαύσω τα αρχαία μνημεία εξηγημένα μάλιστα με γλαφυρόν ύφος από έναν των ημετέρων, ο οποίος αφού καθ’ όλην την διάρκειαν της βροχής ετάραξε τον <<Οδηγόν της Ελλάδος>> και ένα τεύχος του Τουρισμού έβγαλε από την σύγκρισίν των σπουδαία συμπεράσματα, τα οποία δεν παρέλειψε να ανακοινώσει. Δεν έμεινε πέτρα για πέτρα που να μη της δώσει μίαν σημασίαν. Παρ’ ολίγον και τον γέρο με την φλογέρα τον παρουσίασε ως τον Απόλλωνα μετεμψυχωμένον. Την Τρίτην το πρωΐ ξημερώματα δύο περίφημοι αλπινισταί ξεκίνησαν δια μιάν κοντινήν κορυφήν και εκόντεψαν να μας γυρίσουν το μεσημέρι ξυπόλυτοι διότι ηθέλησαν προτού κατεβούν εις μίαν χαράδρα να στείλουν πριν ως εμπροσθοφυλακήν τις αρβύλες των και έπειτα απεδείχθη ότι δεν ημπορούσαν να κατεβούν (ο Γ.Μαρινόπουλος). Εν τω μεταξύ ημείς οι κοινοί θνητοί που δεν ήμεθα συμμαθηταί εις τα νειάτα μας με τον Απόλλωνα ώστε να εκδράμωμεν εις τας κορυφάς που τον εξώρισαν δια να του κάμωμεν επίσκεψιν, είδαμεν να γεμίζει ο τόπος από αυτοκίνητα που άρχισαν από το πρωϊ να καταφθάνουν από παντού δια την απογευματινήν συναυλίαν. ΄Ακουγαν τα αυτιά μας κάτω από την σκιαν των Φαιδριάδων και από ανθρώπους των οποίων οι γονείς ήσαν χωρίς άλλο ‘Ελληνες όλας τας γλώσσας της Ευρώπης, κάθε μίαν χωριστά και καμμιά φοράν και τρεις μαζί, εκτός από την Ελληνικήν. Δια την απογευματινήν συναυλίαν δεν θέλω να επαναλάβω τας φράσεις των κριτικών των εφημερίδων ομιλών δια <<μυσταγωγίαν>> και δια <<προσκύνημα>>, εκείνο που μπορώ μόνον να πω, είναι, πως υπήρξε δι’ εμέ μια ψυχική και πνευματική ανακούφισις και αποταμίευμα νέων δυνάμεων.
Μετά την συναυλίαν ολοταχώς ηρχίσαμεν την κάθοδον οι 5 μεγάλοι. Τα δύο - άκια επήγαν με το αυτοκίνητον ( ο Π.Αλευράς). Ξεκινήσαμεν εις τας 6.30 και εις τας 9 είμεθα εις την Ιτέαν, αφού εκάναμεν δύο δεκαλέπτους στάσεις. ‘Ητο μια θηριώδης πορεία πολύ γρήγορη και πειράζαμε τους δύο αλπινιστάς, ότι μόλις θα φθάσωμεν εις το πλοίον θα πέσουν κάτω σαν παντόφλες. (Η έκφρασις ανήκει εις τον εξ Αλεξανδρείας αδελφόν που ήτο μαζί μας και μας διηγείτο και τα του Jamboree). Ο ένας πράγματι έπεσε μόλις επεβιβάσθημεν - αφού εφάγαμε - εις την Λέσβον, το πλοίον με το οποίον η Ελληνική Περιηγητική Λέσχη είχε διοργανώσει ένα τετραήμερο ταξείδι. Φεύ! Δεν ήτο όμως ο μόνος διότι και ο δράστης της κοροϊδίας ώσπου να γυρίσουμε να του πούμε καληνύκτα εκοιμάτο βαρειά.
Η κωμικοτραγική επισφράγισις της εκδρομής αυτής έγινε το άλλο πρωΐ εις τον Πειραιά που ένας από μας έτρεχε ο δυστυχής δι’ ευνοήτους λόγους να ζητήσει καταφύγιον εις το πρώτον τυχόν ξενοδοχείον και αποπεμφθείς από εκεί κατέφθασεν έξαλλος εις τον Ηλεκτρικόν Σταθμόν ζητώντας δεξιά κι’ αριστερά την πόρτα με τα δύο αγγλικά γράμματα ή τους τρεις ομοίους αριθμούς. Σπύρος Δοξιάδης

Προηγούμενη

Περιεχόμενα
Επόμενη
“Πιγκουΐνος”, περιοδικό εκδιδόμενο από την ενωμοτία Πιγκουΐνων 3ης ΟΑΝ. Πρώτη εικοσιπενταετία, 1913 -1938 Γιατί


(C) Copyright 1913-2002 3η Ο.Α.Ν. Επιτρέπεται η ελεύθερη ανάγνωση από browsers του WWW και παρόμοια προγράμματα. Με την επιφύλαξη κάθε άλλου δικαιώματος.